Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Αθεΐα Το καύχημα της εποχής μας (Φώτης Κόντογλου)

«Νυξ αφεγγής τοις απίστοις, Χριστέ, τοις δε πιστοίς φωτισμός.

Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει(και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος),γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, κι’ ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, κι’ ας είναι γελοίος, επίσημος κι’ ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι’ ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι’ ας είναι κουφιοκέφαλος.
Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει.

Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας. Γι’ αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι’ εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».
Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι’ αυτό καμμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλείστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε τ’ αχόρταγο λογικό σας!».
Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι’ από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα. Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, κι’ αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου. Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι’ αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι’ από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τα’ ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα. Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν». Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από κείνον τον μυστικόν κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι’ αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μονάχα αυτός, για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός, και τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος: Λαλούμε, λέγει, τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο, και που είναι κρυμμένη, τη σοφία που την προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας, και που δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλ. τους σοφούς της κοσμικής σοφίας), και που ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε μάτι, και που δεν τ’ άκουσε αυτί, και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούνε. Αλλά σε μας τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα του το άγιο. Επειδή, το άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, και τα βάθη του Θεού.
Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μονάχα το Πνεύμα του Θεού. Κι’ εμείς δεν επήραμε το πνεύμα του κόσμου ( δηλ. τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε μας ο Θεός. Κι’ αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με τα λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικόν τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει την σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες, και δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως ανακρίνεται πνευματικά. Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν δεν ανακρίνεται».
Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σαν στενόμυαλος κι’ ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για ¨βλαμμένος» από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να τα καταφέρνει στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Για τούτο, χρειάζεται να έχει θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.
Ενώ εκείνον που καυχιέται πως δεν πιστεύει σε τίποτα, α’) Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση και ο σεβασμός που φανερώνει ο έξυπνος και σοβαρός κόσμος στο πρόσωπό του. Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαρειά λόγια, αράθυμος κι’ απότομος, « θετικός άνθρωπος», « γερό μυαλό». β’) Όλα του έρχουνται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: Εδώ κάτω, λέγει, είναι η Κόλαση κι’ ο Παράδεισος. Η ζωή είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοι. Οι κοιμισμένοι κι’ οι αφιονισμένοι ας πεθάνουνε».
Εξ άλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχα κουμπί, κι’ όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά, «οι λίθοι άρτοι».
Λέγει λοιπόν ο έξυπνος : « Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γρηές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγρηες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;».
Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.
Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ’ έναν λόγο, η απιστία είναι « η πλατεία πύλη και ευρύχωρος οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την απώλειαν», όπως είπε ο Χριστός, αλλά « εις την επί γης ευδαιμονίαν». Ενώ η πίστη είναι «η στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι « η απάγουσα εις την ζωήν», αλλά « εις την επί γης δυστυχίαν και περιφρόνησιν». « Πολλοί εισιν οι εισερχόμενοι διά της πλατείας πύλης» κατά τον λόγο του Κυρίου, « και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες την στενήν πύλην».
Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι’ αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: « Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή».
Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.
Πριν καιρό έγραψα με συντομία πέντε- έξη άρθρα για τα θαύματα που γίνουνται σ’ ένα χωριό της Μυτιλήνης, με τον τίτλο « Φρικτά μυστήρια». Πολλοί αναγνώστες συγκινηθήκανε στο έπακρο, ιδίως οι ταπεινοί κι’ αγράμματοι άνθρωποι, « τα μωρά του κόσμου και τα εξουθενημένα». Οι έξυπνοι όμως κι’ οι τετραπέρατοι δεν δώσανε σημασία, και κάποιοι απ’ αυτούς με περιγελάσανε και μου γράψανε πως λέγω ανοησίες.
Αλλά, « Θεός ου μυκτηρίζεται». Από τότε ως τα σήμερα τα θαύματα δεν πάψανε, κι ολοένα γίνουνται πυκνότερα και τρομαχτικώτερα. Οι άνθρωποι που τα βλέπουνε μου τα γράφουνε με όλα τα καθέκαστα, κι απ’ αυτά κάνω ένα βιβλίο που θα είναι σαν πυρωμένο σίδερο για τις άπιστες γλώσσες (Πρόκειται για το βιβλίο « Σημείον μέγα» που εξέδωσε ο « Αστήρ»). Αυτόν τον καιρόν γίνουνται ανασκαφές, για να βρεθεί η αρχαία εκκλησία με τα λείψανα εκείνων που φανερώνονται ολοζώντανοι μπροστά στους απλούς ανθρώπους, στον ύπνο και στον ξύπνο τους, καθώς κι εικόνες και τα’ άλλα κειμήλια. Θα είχανε βρεθεί όλα, και θα ξεσκεπαζότανε γρήγορα ολότελα αυτός ο φοβερός κρατήρας, που θα σάρωνε τους άπιστους με την αγιασμένη λάβα του, αν υπήρχανε περισσότερα μέσα στα χέρια των φτωχών ανθρώπων που σκάβουνε με μια πίστη που είναι σαν φωτιά.
Μα, όπως και να είναι, με τη χάρη του Θεού « την τ’ ασθενή θεραπεύουσαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν», θα βγάλουνε σε καλό τέλος το βλογημένο αυτό έργο, και θα θριαμβέψει η ακατάλυτη πίστη μας, και θα ακουστεί ως τα πέρατα του άπιστου κόσμου η βροντερή φωνή: « Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος!».


(Εκ του περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία", Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη")

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Η Κυριακή το Τελώνου και του Φαρισαίου

Η Κυριακή το Τελώνου και του Φαρισαίου είναι η πρώτη εκ των τριών Κυριακών (η δεύτερη του Ασώτου και η τρίτη της Δευτέρας Παρουσίας) που χαρακτηρίζονται ως προγύμνασα και παρακίνησης, για την περίοδο της Μεγάλης και Αγίας Τεσσαρακοστής.

Η Ευαγγελική περικοπή του Ευαγγελιστή Λουκά, αναφέρεται σε μια παραβολή του Κυρίου μας, ο οποίος διδάσκει την ταπείνωση σε κάποιους πλανεμένους, που θεωρούσαν τους εαυτούς τους δίκαιους κατακρίνοντας τον υπόλοιπο κόσμο.

Η σκηνή που περιγράφει ο Κύριος είναι η εξής:

Στον Οίκο του Κυρίου και μπροστά στο θυσιαστήριο στέκεται ένας φαρισαίος, που για την κοινωνία αποτελεί υπόδειγμα ευσέβειας και αρετής. Ευθυτενής και άψογος, καθ όλα τυπικός, προσεύχεται. Ξαφνικά η ησυχία που επικρατεί στον Ναό διακόπτεται από τη φωνή του Φαρισαίου, ο οποίος προσεύχεται μεγαλοφώνως, λέγοντας.

«Σε ευχαριστώ Θεέ μου, γιατί δεν είμαι σαν όλους του υπόλοιπους ανθρώπους, οι οποίοι είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, που δεν νηστεύουν όπως εμένα δύο φορές ην εβδομάδα και που δεν δίνουν ελεημοσύνη όπως εμένα, που δίνω το ένα δέκατο από τα κέρδη μου στους φτωχούς»

Λίγο ποιο κει σε μια γωνιά βρίσκεται γονατιστός, με το κεφάλι του τόσο σκυμμένο που σχεδόν αγγίζει το πάτωμα, ένας Τελώνης. Ένα πρόσωπο μη αποδεκτό από την κοινωνία λόγω του σκληρού και απάνθρωπου επαγγέλματός του, άρπαγας, εκβιαστής, τοκογλύφος, άνθρωπος που έχει κάνει κάθε είδους ειδεχθείς ανομίες. Παράδειγμα προς αποφυγή, άδικος και αμαρτωλός.

Αυτός όμως σήμερα φαίνεται διαφορετικός. Κλαίει, κτυπάει με τις γροθιές του το στήθος του, τα μάτια του είναι γεμάτα δάκρυα. Και μόνο μια φράση βγαίνει απ τα χείλη του κι αυτή τόσο σιγανή που μόλις ακούγεται. « Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ »

Δύο διαφορετικοί άνθρωποι περιγράφονται, οι οποίοι ευρίσκονται στον ίδιο αγιασμένο χώρο, τον Οίκο του Θεού, για τον ίδιο λόγο. Για να προσευχηθούν. Και είναι όντως διαφορετικοί σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε.

Ο μεν … ευσεβής και σύννομος Φαρισαίος ζητεί από τα Θεό την επιβράβευση των καλών πράξεων του, θεωρώντας ότι ο Άγιος Θεός του χρωστάει για τα όσα πράττει και μάλιστα τα λέει μεγαλοφώνως για να τον ακούσουν και οι άλλοι που συνευρίσκονται στον Ναό, για να τον επιβραβεύσουν κι αυτοί και ακόμα περισσότερο να τον ζηλέψουν, αφού για να τον φτάσουν στην ευσέβεια και στην πίστη δεν θα μπορέσουν. Είναι τέλειος.

Ο δε αμαρτωλός Τελώνης, δεν επαίρεται για τίποτα, παρά μόνον έχοντας επίγνωση της αμαρτωλότητας του, κλαίει και οδύρεται, ζητώντας από τον Άγιο Θεό να τον συγχωρέσει, προσφέροντας στο θυσιαστήριο Του … τα δάκρυά του.

Σατανική η αυταρέσκεια, η φιλαυτία, η αλαζωνία και η έπαρση του ναρκισιστή φαρισαίου.

Ευλογημένη η ταπείνωση του εκ βάθους καρδίας μετανοιωμένου τελώνου.

Ο ναρκισιστής φαρισαίος θεοποίησε τον εαυτό του σε σημείο τέτοιο που ξέχασε ότι ο πανταχού παρών και ετάζων καρδίας και νεφρούς Κύριος, είναι αυτός που μας δίνει τη δύναμη να κατορθώσουμε ο οποιοδήποτε ανδραγάθημα, παρα μόνο πίστεψε ο πλανεμένος ότι όλα αυτά τα καταφέρνει μόνος του, σαν να είναι ο ίδιος ένας άλλος θεός. Νήστευε για να τον βλέπουν οι υπόλοιπο άνθρωποι, έπραττε τα καλά έργα για να του πουν οι άλλοι μπράβο.

Δεν έκανε τίποτα με σκοπό να ευχαριστήσει τον Θεό.

Ο φαρισαίος βρισκόταν σε πλάνη και έτσι δεν ηταν δυνατόν να δει πως κι αυτος αλλα και όλοι οι υπόλοιποι ανεβαίνουν τον ίδιο ανηφορικό δρόμο δύσβατο και γεμάτο παγίδες, που οδηγεί όμως στην σωτηρία, στην αγκαλιά του Πατρός και Δημιουργού μας.

Δεν μπορούσε να καταλάβει, τυφλωμένος από τον εγωϊσμό του, ότι, δεν φτάνει μόνο να τηρείς κατά γράμμα τις εντολές Του, να κάνεις καλές πράξεις, αλλά θα πρέπει να αποβάλλεις το καταραμένο ΕΓΩ και δια της χάρητος του Υψίστου μόνο μπορείς να φτάσεις στην λύτρωση.

Εξαιτίας του καταραμένου ΕΓΩ του δυστυχώς, ξέχασε ακόμα και να αγαπά. Και λόγω της έλλειψης της αγάπης έκρινε και κατέκρινε τους υπόλοιπου ανθρώπους, αφού κατ αυτόν είναι όλοι κατώτεροί του σε όλα. Και η κατάκριση είναι φθόνος, είναι μίσος, είναι απομάκρυνση από τον Θεό.

Αντίθετα ο τελώνης επειδή βρήκε τον εαυτό του, αναγνώρισε τα σφάλματά του, μετάνιωσε για τις κατάπτιστες πράξεις του, κατάλαβε πως, ότι κι αν έκανε, όπως το έκανε, δεν τό έκανε μόνον ενάντια στούς ανθρώπους, αλλά προπαντός ενάντια στον ίδιο τον Θεό.

Κι έτσι, επιλέγει τον δρόμο που οδηγεί στην σωτηρία δηλαδή στην αγκάλη Του Μεγαλοδύναμου και Πολυεύσπλαχνου. ΤΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ.

Και ταπεινώνεται μπροστά στους ανθρώπους, και υψώνεται στα μάτια του Θεού.

Ο κενόδοξος φαρισαίος αντίθετα, πέφτει χαμηλά τόσο που ούτε τον ακούει ούτε τον βλέπει ο Θεός. Δεν την θέλει την προσευχή του την αποστρέφεται με βδελυγμία.

Αγαπημένη αρετή η Ταπείνωση, και Θεομίσητη η αλαζωνία.

Η ταπείνωση είναι αυτή που αφανίζει τα πάθη και ποτίζει τη ρίζα της πίστης.

Αυτή μας κάνει να έχουμε φόβο Θεού, αυτή θα μας οδηγήσει στην αγκαλιά Του.

Ο εγωϊσμός, αντίθετα, είναι που μετέτρεψε σε άδειο τενεκέ τον φαρισαίο.

Η υπερηφάνεια αχρήστευσε όλα τα καλά του έργα.

Κι όταν απουσιάζει η ταπείνωση, όλα τα κατορθώματά μας είναι άχρηστα, όπως όταν απουσιάζει το φως, όλα είναι σκοτεινά.

Αντίστροφα όμως, τα αμαρτωλά έργα έφεραν στον τελώνη την ταπείνωση, την συντριβή. Και αυτή ταπείνωση ήταν τόσο δυνατό καλλυντικό που, μετέτρεψε σε ευωδία τη δυσωδία των ακαθάρτων έργων.

Καλλίτερα αρέσει στον Θεό ένας αμαρτωλός με ταπείνωση και συντριβή, παρά ένας ενάρετος με εγωϊσμό. Θέλει τα έργα του φαρισαίου και την ταπείνωση του τελώνη.

Η ταπείνωση είναι η μητέρα των αρετών.

Ο Απόστολος των εθνών Παύλος το έλεγε και το πίστευε «Είμαι ο πρώτος αμαρτωλός του κόσμου»

Ας μισήσουμε την υψηλοφροσύνη, ας αγαπήσουμε την ταπείνωση.

Ας διδαχθούμε από την παραβολή αυτή, κι ας προσφέρουμε στον Θεό την ταπείνωση μας, την πλήρη υποταγή μας σ’ Αυτόν, για να έχουμε την ευλογία Του, τη φώτισή Του, και τη βοήθειά του να παραμένουμε απαθείς στις προσβολές του μισόκαλου, και να αντιμετωπίζουμε με θάρρος τις επιθέσεις του.

Ας εξομολογούμεθα συνεχώς τις αμαρτίες μας, να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την κατάκριση, να αγαπάμε τον πλησίον μας, έχοντας την χειρότερη γνώμη για τον εαυτό μας και την καλλίτερη για τον αδελφό μας, αναγνωρίζοντας όπως ο Τελώνης την αμαρτωλότητα και αναξιότητά μας, κερδίζοντας έτσι την συμπάθειά του και την θέση μας στην Αιώνια Βασιλεία Του.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Ὁ Ὅσιος Παρθένιος Ἐπίσκοπος Λαμψάκου (Ἑορτὴ Παρθένιος)


Ὁ Ὅσιος Παρθένιος καταγόταν ἀπὸ κάποια κωμόπολη τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.). Ἦταν υἱὸς τοῦ διακόνου τῆς Ἐκκλησίας Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία προέκοπτε στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἁλίευσε τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ ἦταν ψαράδες, τὸν ἔκανε νὰ ἀγαπήσει τὴν ἁλιεία. Καὶ ὅταν ἔριχνε τὰ δίχτυα στὴν Ἀπολλωνιάδα λίμνη ἢ τὰ ἀνέσυρε γεμάτα ψάρια, αἰσθανόταν ὅτι ἐργαζόταν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλοιάρια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἢ τοῦ Ἰωάννου.

Τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπραττε ἀπὸ τὴν πώληση τῶν ψαριῶν δὲν τὰ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ τὰ μοίραζε στοῦ πτωχοὺς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς αὐτούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν εὐχαριστοῦσαν ἐκεῖνος ἔλεγε: «Διατὶ μὲ εὐχαριστεῖτε; Δὲν ἔχω καμία τέτοια ἀξίωση. Μήπως εἴμαστε ξένοι; Ἐμεῖς εἴμαστε ἀδελφοί. Τί δὲ ἁπλούστερο καὶ φυσικότερο ἀπὸ τὸ νὰ βοηθᾷ ἀδελφὸς τοὺς ἀδελφούς;».

Γιὰ τὴν ἐνάρετη αὐτοῦ παρουσία ὁ Ἐπίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος (ἡ Φιλητός) τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Ἀργότερα ὁ Ἐπίσκοπος Κυζίκου Ἀχίλλιος (ἢ Ἀσχόλιος) τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Λαμψάκου.

Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ εὐσέβεια ποὺ ἔκρυβε στὴν ψυχή του ἦταν τόσο πολὺ μεγάλη, ὥστε ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ θεραπεύει κάθε εἴδους ἀσθένεια. Γι’ αὐτὸ προσφεύγουν σὲ αὐτὸν ἰδιαίτερα οἱ πάσχοντες ἀπὸ τὴν ἐπάρατη νόσο τοῦ καρκίνου. Ὁ Ἅγιος ἦταν ὁ πρᾶος, ὁ ὑπομονετικός, ὁ φιλόξενος, ὁ μακρόθυμος, ὁ ἄγγελος τῆς ὁμόνοιας, ὁ ἐνθαρρύνων τοὺς μετανοοῦντες, ὁ πρόθυμος γιὰ τὸ ποίμνιό του.

Ὁ Ὅσιος Παρθένιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τμῆμα τῆς τιμίας κάρας αὐτοῦ φυλάσσεται στὴν ἱερὰ μονὴ Μακρυμάλλη, τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος, ποιμὴν Λαμψάκου ὀφθεῖς, τὴν θεῖον ἐνέργειαν, παρὰ Θεοῦ δαψιλῶς, θαυμάτων ἐπλούτησας, δαίμονας ἀπελαύνειν, ἀσθενοῦντας ἰάσθαι, νόσους ἀποδιώχειν, καὶ πληροῦν τᾶς αἰτήσεις, Παρθένιε Ἱεράρχα, τῶν προσιόντων σοι.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τῶν θαυμάτων εἴληφας, τὴν θείαν χάριν θεόφρον, Ἱερὲ Παρθένιε, θαυματουργὲ θεοφόρε, ἅπαντα τὰ τῶν πιστῶν πάθη ἀποκαθαίρων, πνεύματα τῆς πονηρῖας Πάτερ ἐλαύνων, διὰ τοῦτο σὲ ὑμνοῦμεν, ὡς μέγαν μύστην Θεοῦ τῆς χάριτος.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

ΤΡΙΩΔΙΟΝ

Εκκλησιαστική περίοδος που εκτείνεται από την Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου έως την Κυριακή του Πάσχα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της, από το οποίο παίρνει και το όνομά της, είναι ότι κατά την περίοδο αυτή οι Κανόνες που απαρτίζουν τις καθημερινές ακολουθίες αποτελούνται από τρεις ωδές και όχι εννιά, όπως συμβαίνει με όλους τους υπόλοιπους Κανόνες. Είναι πλήρης ακολουθιών, προσφέροντας στους πιστούς πολλές ευκαιρίες λειτουργικής εμπειρίας.

Είναι περίοδος κατάνυξης και προετοιμασίας για το Άγιο Πάσχα και την Ανάσταση του Κυρίου. Δεν εκτείνεται πάντα στην ίδια περίοδο του έτους. . Εξαρτάται από το πότε εορτάζεται το Άγιο Πάσχα.

ΚΥΡΙΑΚΕΣ: Όλες οι Κυριακές του Τριωδίου έχουν μία συγκεκριμένη ονομασία και αποτελούν μία αλληλουχία μεστή νοημάτων και μηνυμάτων. Με τη σειρά, οι Κυριακές του Τριωδίου είναι:

  • Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου
  • Κυριακή του Ασώτου
  • Κυριακή της Απόκρεω
  • Κυριακή της Τυροφάγου
  • Α' Νηστειών: Κυριακή της Ορθοδοξίας
  • Β' Νηστειών: Γρηγορίου του Παλαμά
  • Γ' Νηστειών: Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως
  • Δ' Νηστειών: Ιωάννου της Κλίμακος
  • Ε' Νηστειών: Μαρίας της Αιγυπτίας
  • Κυριακή των Βαΐων

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Η "Σαρακοστή", όπως απλά λέγεται, είναι η 40νθήμερη περίοδος από την Α' Κυριακή των Νηστειών μέχρι και την Κυριακή των Βαΐων. Είναι περίοδος αυστηροτάτης νηστείας και πνευματικού αγώνα.

ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Κάθε Κυριακή των Νηστειών απόγευμα τελείται εσπερινός. Λέγεται "κατανυκτικός" γιατί περιέχει τροπάρια και ύμνους μετανοίας, ενώ το ψαλτικό ύφος είναι λιτό χωρίς εξάρσεις. Ο πρώτος, μάλιστα (ο οποίος τελείται την Κυριακή της Τυροφάγου το Απόγευμα), λέγεται "εσπερινός της συγχώρησης" γιατί τότε οι πιστοί ζητούν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο για πιθανά παραπτώματά τους, ώστε να εισέλθουν ελεύθεροι στην περίοδο της Σαρακοστής.

ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ: Η ακολουθία του Μικρού Αποδείπνου τελείται καθημερινά από τον καθένα μας, στο χώρο που επιθυμούμε, σαν προσωπική μας προσευχή. Για την περίοδο της Σαρακοστής, όμως, η Εκκλησία έχει θεσπίσει να τελείται στους Ορθόδοξους Ναούς κάθε απόγευμα το "Μέγα Απόδειπνο", το οποίο είναι επαύξηση του μικρού με όμορφους και κατανυκτικούς Κανόνες (ύμνους). Εκεί ψάλλεται ο υπέροχος ύμνος: "Κύριε των δυνάμεων μεθ'ημών γενού. ’άλλον γαρ εκτός Σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν. Κύριε των δυνάμεων ελέησον ημάς".

Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ: Κάθε Θ.Λειτουργία είναι γεγονός χαρμόσυνο, αναστάσιμο. Την περίοδο της Σαρακοστής η Εκκλησία τελεί την Θ.Λειτουργία του Μ.Βασιλείου μόνο τις Κυριακές, για να επιτείνει την ατμόσφαιρα κατάνυξης και μετανοίας που υπάρχει αυτή την περίοδο. Επειδή, όμως, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι η τροφή του χριστιανού, η μητέρα Εκκλησία φρόντισε να του την παρέχει με μία "ειδική" Θ.Λειτουργία, τη Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, στην οποία δεν γίνεται καθαγιασμός άρτου και οίνου σε Σώμα και Αίμα Κυρίου, αλλά χρησιμοποιείται για τη Θ.Κοινωνία Σώμα και Αίμα καθαγιασμένο κατά την Θ.Λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ: Είναι μία ακολουθία που τελείται κάθε Παρασκευή απόγευμα και είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο. Συνήθως τελείται μαζί με μικρό απόδειπνο ή εσπερινό. Στους χαιρετισμούς ψάλλεται ο εξαίσιος Κανόνας του Ιωσήφ "Ανοίξω το στόμα μου...", ενώ απαγγέλλονται οι 24 (6 κάθε φορά επί 4 εβδομάδες) κατ' αλφάβητο οίκοι της Θεοτόκου ("Άγγελος πρωτοστάτης..., Βλέπουσα η αγία..., Γνώσιν άγνωστον... κτλ), έργο του Ρωμανού του μελωδού.

ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: Την Τετάρτη μετά την Δ' Κυριακή των Νηστειών τελείται η ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα. Ο Μ.Κανόνας είναι ένα αριστούργημα θεολογίας και ποίησης που αποτελείται από 300 περίπου τροπάρια.

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Την πέμπτη Παρασκευή των Νηστειών τελείται η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου (στις τέσσερις προηγούμενες έχει τελεστεί η ακολουθία των "Χαιρετισμών"). Στην ακολουθία αυτή απαγγέλλονται και οι 24 οίκοι της Θεοτόκου, ενώ η συχνή επανάληψη του "Τη υπερμάχω" μας υπενθυμίζει τη δια της Θεοτόκου θαυματουργική διάσωση της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626μ.Χ. Τότε οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης είχαν συνθέσει και ψάλει όρθιοι τον υπέροχο αυτό ύμνο, για να ευχαριστήσουν την προστάτιδα του Έθνους μας, την Υπεραγία Θεοτόκο.

Κυριακαί των Απόκρεω



«Ὁ δημιουργός τῶν ἄνω καί τῶν κάτω,
τρισάγιον μέν ὕμνον ἐκ τῶν ἀγγέλων,
τριῴδιον δέ παρ᾽ ἀνθρώπων δέχου».

Μέ τούς στίχους αὐτούς προοιμιάζονται τά συναξάρια τῆς περιόδου τοῦ Τριῳδίου. Ὁ οὐράνιος καί ὁ ἐπίγειος κόσμος, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι, συνάπτονται σέ κοινή συμφωνία. Οἱ ἄγγελοι ψάλλουν στόν δημιουργό των, τόν «δημιουργό τῶν ἄνω», τόν τρισάγιο ὕμνο. Μαζί μέ αὐτούς ἑνώνονται καί οἱ φωνές τῶν ἀνθρώπων, πού ἔρχονται καί αὐτοί νά ψάλουν στόν δημιουργό των, τόν «δημιουργό τῶν κάτω», τριῳδίους ὕμνους. Ἀπό αὐτούς τούς τριωδίους ὕμνους, τά «τριῴδια», ἔλαβε τό ὄνομά της ἡ μεγάλη περίοδος τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, πού κινεῖται μαζί μέ τό Πάσχα καί τό περιβάλλει σάν προεόρτιος καί μεθέορτος περίοδος. Γιατί ὅλο αὐτό τό τμῆμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους παλαιότερον ἐχαρακτηρίζετο μ᾽ αὐτό τό ὄνομα: «Τριῴδιον». Ἀνάλογα δέ μέ τόν ἰδιαίτερο χαρακτῆρα του τό διέκριναν σέ «Τριῴδιον κατανυκτικόν», ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι τοῦ Πάσχα, καί «Τριῴδιον χαρμόσυνον», ἀπό τοῦ Πάσχα μέχρι τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πάντων, πού κατακλείει τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν. Τριῴδιο δέ λέγεται ἀπό τήν ἀρχαιοπρεπῆ συνήθεια, πού διετηρεῖτο κατά τήν περίοδο αὐτή, νά μή ψάλλωνται καθημερινῶς κατά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καί οἱ ἐννέα ᾠδές τοῦ Ψαλτηρίου, καί ἑπομένως καί ὁλόκληροι ἐννεαῴδιοι Κανόνες, ἀλλά μόνο τρεῖς ᾠδές, ἡ η' καί ἡ θ' καί μία ἀπό τίς προηγούμενες κατά τήν σειρά τῶν ἡμερῶν. Αὐτός ὁ ἀρχαῖος τρόπος τῆς ψαλμῳδίας διετηρήθη ἐν μέρει μόνον μέχρι σήμερα, καί μάλιστα μόνον γιά τίς καθημερινές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Γιά τίς ἄλλες ἡμέρες ἐπεκράτησε τό νεώτερο ἔθος, νά στιχολογοῦνται καί οἱ ἐννέα ᾠδές ἀκριβέστερα οἱ ὀκτώ, γιατί ἡ δευτέρα παραλείπεται) καί νά ψάλλωνται ἐννεαῴδιοι (ἀκριβέστερα ὀκταῴδιοι) Κανόνες. Ἔτσι τό ὄνομα «Τριῴδιον» τελικά διετηρήθη μόνο γιά τό ἀρχαῖο «κατανυκτικόν Τριῴδιον», γιά τήν πρό τοῦ Πάσχα δηλαδή περίοδο. Καί πάλι καί ἐδῶ ὄχι κυριολεκτικῶς. Ὅπως δέ χαρακτηριστικά γράφει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στόν πρόλογο τῶν συναξαρίων τοῦ Τριῳδίου: «Καταχρηστικῶς Τριῴδιον ὀνομάζεται· οὐ γάρ ἀεί τριῴδια ἔχει. Καί γάρ ὁλοτελεῖς κανόνας προβάλλεται, ἀλλ᾽ οἷμαι ἀπό τοῦ πλεονάζοντος τήν ἐπωνυμίαν λαβεῖν». Αὐτά γιά τήν ὀνομασία τοῦ Τριῳδίου.

Ἡ σημερινή περίοδος τοῦ Τριῳδίου, οἱ ἀκολουθίες τῆς ὁποίας περιλαμβάνονται στό ὁμώνυμο λειτουργικό βιβλίο, περιλαμβάνει τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, πού εἶναι καί ὁ ἀρχικός της πυρίνας, τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί τήν προπαρασκευαστική της περίοδο, πού κοινῶς λέγεται περίοδος τῶν Ἀπόκρεω. Αὐτή ἡ τελευταία θά ἀποτελέσῃ τό ἀντικείμενο, μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε (...).

Τρεῖς Κυριακές ἀποτελοῦν τά προπύλαια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: Ἡ Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, ἡ Κυριακή τοῦ Ἀσώτου καί ἡ Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω. Ἡ τελευταία ἑβδομάς, πού εἰσάγεται μέ τήν Κυριακή τῆς Ἀποκρέω, εἶναι τό προοίμιο τῆς νηστείας τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί κατ᾽ αὐτήν ἀπαγορεύεται, σύμφωνα μέ τίς ἐκκλησιαστικές διατάξεις, ἡ βρῶσις τοῦ κρέατος. Εἶναι ἡ Τυρινή ἑβδομάς ἤ ἑβδομάς τῆς Τυροφάγου. Κατά τήν ἑβδομάδα αὐτήν ἀρχίζει ἡ ψαλμῳδία τῶν τριῳδίων κανόνων. Ἡ τελευταία αὐτή Κυριακή, ἡ Κυριακή τῆς Ἀποκρέω, εἶναι καί παλαιοτέρα ἀπό τίς προηγουμένες. Τίς δύο ἄλλες τίς προσέθεσαν ἀργότερα, τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου κατά τόν Ϛ' αἰῶνα καί τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου ἕνα περίπου αἰῶνα ὑστερώτερα. Ὁ σκοπός τῆς προσθήκης εἶναι φανερός. Νά δημιουργηθῇ δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευῆς καί προετοιμασίας γιά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἕνα εἶδος προπυλαίου στό ὅλο οἰκοδόμημα τῶν κινητῶν ἑορτῶν. Ἤ, ὅπως γράφει ὁ Ξανθόπουλος, «ὥσπερ τις προγυμνασία καί παρακίνησις τοῖς ἁγίοις Πατράσιν ἐπενοήθησαν, ὥστε παρασκευασθῆναι καί ἑτοίμους ἡμᾶς γενέσθαι πρός τούς πνευματικούς ἀγῶνας τῶν νηστειῶν, τήν ἐξ ἔθους μυσαράν ἕξιν ἀπολιπόντας». Ἔγιναν δέ τρεῖς οἱ προπαρασκευαστικές αὐτές ἑβδομάδες γιά νά ἀπαρτισθῇ ὁ ἱερός ἀριθμός τῆς ἁγίας Τριάδος, τό τρία, βάσει τοῦ ὁποίου οἰκοδομεῖται ὁλόκληρο τό σύστημα τῆς λατρείας μας. Καί τῶν τριῶν Κυριακῶν ἡ ἀκολουθία πλέκεται γύρω ἀπό τήν εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται κατά τήν Θεία Λειτουργία. Κατά τήν πρώτη Κυριακή ἀναγινώσκεται ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), τήν δευτέρα ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-33) καί τήν τρίτη τό εὐαγγέλιο τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46).

Ἄς ἰδοῦμε μία-μία χωριστά τίς Κυριακές αὐτές. Μέ τήν πρώτη Κυριακή, τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, ἀνοίγει ἡ ἱερά πύλη τοῦ Τριῳδίου. Δέν μποροῦσε νά εὑρεθῇ καταλληλότερο θέμα, πού νά συνδυάζῃ κατά ἕνα τόσο πλήρη τρόπο τούς ἐπί μέρους σκοπούς τῆς περιόδου αὐτῆς. Τό Τριῴδιο σημειώνει μία ἱερά περίοδο τοῦ ἔτους ἀφιερῳμένη στόν Θεό στήν σύντονο λατρεία καί προσευχή, στήν νηστεία καί στά ἀγαθά ἔργα. Ἡ προσευχή ὅμως, ἡ νηστεία καί ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἐπιφανειακά δικαίου, κενοδόξου ὅμως καί ὑπερηφάνου Φαρισαίου, ἀποδοκιμάζονται ἀπό τόν Θεό. Ἀντιθέτως δικαιώνεται ὁ ἁμαρτωλός καί ἄδικος, ἀλλά μετανοημένος καί συντετριμμένος Τελώνης, πού κτυπᾷ τό στῆθός του καί ταπεινά ἐπικαλεῖται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Αὐτόν λοιπόν τόν τύπο τῆς ὀρθῆς προσευχῆς θέτει στό στόμα τοῦ πιστοῦ ἡ Ἐκκλησία στήν ἔναρξι τῆς περιόδου τῆς προσευχῆς. Καλεῖ τούς πιστούς νά μή προσευχηθοῦν μέ ὑπερηφάνεια, «φαρισαϊκῶς», ἀλλά μέ ταπείνωσι, «τελωνικῶς», γιατί, κατά τό λόγιο τοῦ Κυρίου, «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Τά θέματα αὐτά ἐπαναλαμβάνονται σ᾽ ὅλους τούς ἤχους καί σέ ποικίλες ποιητικές ἐπεξεργασίες ἀπό τήν ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας. Παραθέτουμε τό πρῶτο τροπάριο τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α' ἤχου, πού εἶναι καί τό πρῶτο τροπάριο τοῦ Τριῳδίου:

«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί,
ὁ γάρ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται·
ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς,
διά νηστείας κράζοντες·
Ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεός, τοῖς ἁμαρτωλοῖς».

Τό θέμα τῆς δευτέρας Κυριακῆς εἶναι συναφές πρός τό θέμα τῆς πρώτης. Ἐδῶ τό δίδει ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ. Προβάλλεται τήν Κυριακή αὐτή τό ἐνθαρρυντικό παράδειγμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ νέου, πού, ἐνῷ σπαταλᾷ τήν πατρική περιουσία «ζῶν ἀσώτως», δέν ἀπελπίζεται, δέν συντρίβεται ἀπό τό βάρος τῶν συμφορῶν, δέν περιέρχεται σέ ἀπόγνωσι. Ἀλλά ἐπιστρέφει πρός τόν εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητῶντας τό ἔλεος καί τήν συγγνώμη Του. Καί τοῦ ἀπευθύνει θερμή ἱκεσία: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου...». Τό παράδειγμα τῆς μετανοίας καί τῆς ὀρθῆς ἐν συντριβῇ καρδίας προσευχῆς, ἐνσαρκωμένο στόν ἄσωτο τῆς παραβολῆς, προβάλλει καί πάλι ἡ Ἐκκλησία πρός μίμησιν καί καλεῖ τά ἄσωτα παιδιά τοῦ Πατέρα, ὅλους μας, νά γυρίσωμε στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα ζητῶντας συγγνώμην γιά νά λάβωμε ἄφεσι, ὅπως ἐκεῖνος.

«Ἄσωτος εἴ τις, ὡς ἐγώ, θαρρῶν ἴθι,
θείου γάρ οἴκτου πᾶσιν ἤνοικται θύρα».

«Ὅποιος εἶναι ἄσωτος, ὅπως ἐγώ,
ἄς ἔλθῃ μέ θάρρος, γιατί
ἡ θύρα τῆς θείας εὐσπλαγχνίας
ἔχει ἀνοίξει γιά ὅλους.»

Τήν θερμή ἐξομολόγησι τοῦ ἀσώτου υἱοῦ θέτει στό στόμα τοῦ πιστοῦ ὁ ποιητής τοῦ Δοξαστικοῦ τῶν Αἴνων: «Ἀγαθέ Πατέρα, ἀπομακρύνθηκα ἀπό κοντά Σου·μή μέ ἐγκαταλείψῃς καί μή μέ δείξῃς ἄχρηστο γιά τήν βασιλεία Σου. Ὁ παμπόνηρος ἐχθρός μέ ξεγύμνωσε, μοῦ ἀφῄρεσε τόν πλοῦτο. Τά χαρίσματα τῆς ψυχῆς μου τά διεσκόρπισα ἀσώτως. Γι᾽ αὐτό σηκώνομαι καί ἐπιστρέφω σ᾽ Ἔσένα καί Σοῦ φωνάζω· Σύ πού εἶσαι τόσο σπλαγχνικός, ὥστε γιά μένα ἅπλωσες τά χέρια Σου στόν Σταυρό γιά νά μέ λυτρώσῃς ἀπό τό φοβερό θηρίο, τόν διάβολο, καί γιά νά μέ στολίσῃς μέ τήν παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με ἄν ὄχι σάν παιδί σου, τοὐλάχιστον σάν ὑπηρέτη Σου».

Τό τροπάριο εἶναι ἰδιόμελο τοῦ πλ. β' ἤχου:

«Πάτερ ἀγαθέ,
ἐμακρύνθην ἀπό σοῦ, μή ἐγκαταλείπῃς με
μηδέ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου.
Ὁ ἐχθρός ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με
καί ἦρε μου τόν πλοῦτον.

Τῆς ψυχῆς τά χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα.
Ἀναστάς οὖν ἐπιστρέψας πρός σέ ἐκβοῶ·
Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου,
ὁ δι᾽ ἐμέ ἐν σταυρῷ τάς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας,
ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρός ἀφαρπάσῃς με
καί τήν πρώτην καταστολήν ἐπενδύσῃς με,
ὡς μόνος πολυέλεος».

Ἡ προτροπή πρός μετάνοιαν γίνεται πιό ἔντονος στήν τρίτη καί τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, τήν Κυριακή τῆς Ἀποκρέω. Ὡς μέσο προτροπῆς πρός μετάνοιαν γιά τήν ἀφύπνησι καί τῶν πιό ραθύμων ψυχῶν χρησιμοποιεῖται τώρα τό αἴσθημα τοῦ φόβου. Φόβου πρό τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ κατά τήν «φοβεράν καί ἀδέκαστον παρουσίαν» τοῦ Χριστοῦ. Τήν τρομερά σκηνή περιγράφει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί ἡ ὅλη ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας. Ὅπως δέ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό Συναξάριο: «Ταύτην οἱ θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς ἔθεντο, ὡς ἄν μή τις τήν ἐν ἐκείναις τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν μανθάνων, ἀμελῶς διάγῃ λέγων· Φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεός, καί ὅταν τῆς ἁμαρτίας ἀναχωρήσω, ἑτοίμως ἔχω τό πᾶν ἀνύσαι. Ταύτην τήν φοβεράν ἡμέραν ἐνταῦθα κατέταξαν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καί τῆς προσδοκίας τῶν ἐσομένων δεινῶν, φοβήσαντες τούς ἀμελῶς διακειμένους, πρός ἀρετήν ἐπαναγάγωσι, μή θαρροῦντας εἰς τό φιλάνθρωπον μόνον, ἀλλ᾽ ἀφορᾶν, ὅτι καί δίκαιός ἐστι κριτής καί ἀποδίδωσιν ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ».

Ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά τροπάρια τῆς ἡμέρας εἶναι τά στιχηρά προσόμοια τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β' ἤχου κατά τό «Ὅλην ἀποθέμενοι»:

«Ὅταν μέλλῃς ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι,
Κριτά δικαιότατε, ἐπί θρόνου δόξης σου καθεζόμενος,
ποταμός πύρινος πρό τοῦ σοῦ βήματος καταπλήττων ἕλκει
ἅπαντας,
παρισταμένων Σοι τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, ἀνθρώπων
κρινομένων τε
φόβῳ καθ᾽ ἅ ἕκαστος ἔπραξε·τότε ἡμῶν φεῖσαικαί μοίρας
καταξίωσον, Χριστέ,
τῶν σωζομένων, ὡς εὔσπλαγχνος, πίστει δυσωποῦμέν σε».

«Βίβλοι ἀνοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις
ἀνθρώπων ἐπίπροσθεν τοῦ ἀστέκτου βήματος·
διηχήσει δέ ἡ κοιλάς ἅπασα φοβερῷ βρύγματι
τοῦ κλαυθμῶνος πάντας βλέπουσα τούς ἁμαρτήσαντας
ταῖς αἰωνιζούσαις κολάσεσιτῇ κρίσει τῇ δικαίᾳ σου
παραπεμπομένους καί ἄπρακτα κλαίοντας, οἰκτίρμον·διό σε
δυσωποῦμεν, ἀγαθέ· Φεῖσαι ἡμῶν τῶν ὑμνούντων σε, μόνε
πολυέλεε».

«Ἠχήσουσι σάλπιγγες καί κενωθήσονται τάφοι
καί ἐξαναστήσεται τῶν ἀνθρώπων τρέμουσα φύσις ἅπασα·
οἱ καλά πράξαντες ἐν χαρᾷ χαίρουσι, προσδοκῶντες μισθόν
λήψεσθαι·
οἱ ἁμαρτήσαντεςτρέμουσι δεινῶς ὀλολύζοντες, εἰς κόλασιν
πεμπόμενοι

καί τῶν ἐκλεκτῶν χωριζόμενοι.
Κύριε τῆς δόξης, οἰκτείρησον ἡμᾶς ὡς ἀγαθός
καί τῆς μερίδος ἀξίωσον τῶν ἠγαπηκότων σε».

«Κλαίω καί ὀδύρομαι ὅταν εἰς αἴσθησιν ἔλθω
τό πῦρ τό αἰώνιον, σκότος τό ἐξώτερον
καί τόν τάρταρον, τόν δεινόν σκώληκα,
τόν βρυγμόν αὖθίς τε τῶν ὀδόντων καί τήν ἄπαυστον
ὀδύνην μέλλουσαν ἔσεσθαι τοῖς ἄμετρα πταίσασι
καί σέ τόν ὑπεράγαθον γνώμῃ πονηρᾷ παροργίσασιν·
ὧν εἷς τε καί πρῶτος ὑπάρχω ὁ ταλαίπωρος ἐγώ,
ἀλλά, κριτά, τῷ ἐλέει σου σῶσόν με, ὡς εὔσπλαγχνος».

Ὅπως οἱ βυζαντινοί ζωγράφοι στόν Νάρθηκα τῶν Ναῶν γύρω ἀπό τήν βασιλική πύλη ζωγράφιζαν τήν σκηνή τῆς δευτέρας παρουσίας, ἔτσι καί οἱ ὑμνογράφοι στό πρόπυλο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μ᾽ ὅλα τά ζωηρά χρώματα τοῦ ποιητικοῦ των χρωστῆρος ζωγραφίζουν τήν φοβερά κρίσι. Ἡ πύλη σέ λίγο θά ἀνοίξῃ. Ποιός πιστός δέν θά θελήσῃ νά εἰσέλθῃ «εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου του;»

Ἀπό τό βιβλίο
ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Ἰωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Καθηγητοῦ Παν/μίου Θεσσαλονίκης
Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος